σε ,

Η αμείωτη χρήση πετ κοκ και κάρβουνου από την ΑΓΕΤ στο Βόλο, παρά την καύση RDF,  προκαλεί κρίσιμα ερωτηματικά

– Αν και η ΑΓΕΤ εισπράττει σημαντικές επιδοτήσεις για την αντικατάσταση του πετ κοκ και του κάρβουνου με RDF, δεν παρατηρείται ουσιαστική μείωση στην συνολική κατανάλωση υδρογονανθράκων

– Δημιουργείται η εύλογη απορία, αν η καύση RDF αντικαθιστά την καύση πετ κοκ και κάρβουνου στην ενεργειακή κατανάλωση για την παραγωγή τσιμέντου ή αποτελεί ανεξάρτητη παράλληλη επιχειρηματική δραστηριότητα

– Απαιτείται η απαγόρευση καύσης, επεξεργασμένων ή  μη, απορριμμάτων στις τσιμεντοβιομηχανίες, καθώς δεν φαίνεται να χρησιμοποιούνται πραγματικά ως εναλλακτικό καύσιμο, ούτε να μειώνουν τις κλιματικές εκπομπές, αλλά πιθανότατα αυξάνουν τη συνολική ρύπανση.

«Αλυσιτελής αποδεικνύεται η καύση απορριμμάτων στην τσιμεντοβιομηχανία. Η άποψη των κυβερνήσεων ΝΔ, ΣΥΡΙΖΑ, ΠΑΣΟΚ ότι με την καύση απορριμμάτων θα μειωθούν οι συνολικές εκπομπές ρύπων στο Περιβάλλον, έχει αποδειχθεί λανθασμένη τόσο για το Περιβάλλον, όσον και για τη Δημόσια Υγεία». Το τραγικό παράδειγμα του Βόλου και της εταιρείας ΑΓΕΤ Lafarge-Holcin έφερε στη Βουλή το πρωί ο Κρίτων Αρσένης, βουλευτής Δυτικής Αθήνας του ΜέΡΑ25, με επίκαιρη ερώτησή του. Όπως χαρακτηριστικά σημείωσε «τα στοιχεία καταδεικνύουν ότι πιθανότατα η Lafarge-Holcin καίει RDF, όχι τόσο για την παραγωγή τσιμέντου, αλλά για την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση».

Σημειώνεται ότι ήδη από το 2012, οπότε συνήφθη η πρώτη συμφωνία ελληνικής κυβέρνησης και Ένωσης Τσιμεντοβιομηχανιών Ελλάδας, ορίζεται ότι οι εταιρείες που χρησιμοποιούν ως καύσιμη ύλη απορρίμματα, εισπράττουν αμοιβή από τους παραγωγούς των απορριμμάτων. Το 2016, η διαδικασία εντάχθηκε στον Εθνικό Σχεδιασμό για τη Διαχείριση Απορριμμάτων, ενώ το 2019, κατά την τελευταία μέρα της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, ανανεώθηκε η εθελοντική συμφωνία μεταξύ κυβέρνησης και τσιμεντοβιομηχανιών.

Είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν εξίσου από τον Κ.Αρσένης και τον υφυπουργό Περιβάλλοντος Νίκο Ταγαρά: Η κατανάλωση πετ – κοκ την τελευταία 5ετία στη συγκεκριμένη μονάδα έχει ως εξής: 154.000 τόνοι το 2015, 184.000 το 2016, 160.000 το 2017, 121.000 τόνοι 2018 και 132.000 το 2019. Η αντίστοιχη κατανάλωση κάρβουνου σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία είναι: 6004 τόνοι το 2015, 2166 τόνοι το 2016, 44 τόνοι το 2017, 29.944 τόνοι το 2018 Την ίδια περίοδο, σημειώνει ο Κ. Αρσένης, η ποσότητα επεξεργασμένων αποριμμάτων (RDF) που κάηκαν σχεδόν πενταπλασιάσθηκε από 7.386 τόνους το 2015 σε 34.875 τόνους το 2018, ενώ το 2016 ήταν 2.088 τόνοι και το 2017 ήταν 16.014 τόνοι. «Τελικά» δηλαδή «η ρύπανση από τα απορρίμματα έρχεται να προστεθεί στην ήδη εκλυόμενη ρύπανση από τις άλλες καύσιμες ύλες».

Την ίδια στιγμή, έχει αυξηθεί  η αέρια ρύπανση με την οποία επιβαρύνεται η πόλη και η κλιματική κρίση. «Διακρίνω ότι η ΑΓΕΤ παράγει συνολικά περισσότερους κλιματικούς ρύπους. Βλέπω το πετ κοκ μαζί με το κάρβουνο να μην μειώνονται σημαντικά, η παραγωγή τσιμέντου να είναι σταθερή και να προστίθεται η καύση σημαντικών ποσοτήτων RDF και SRF, καύσιμες ύλες για τις οποίες δεν τεκμαίρεται ότι χρησιμοποιούνται για την παραγωγή τσιμέντου. Από τη στιγμή που είναι στην πράξη σταθερή η ποσότητα υδρογονανθράκων που καίγεται, δεν προκύπτει στην πράξη ότι τα σκουπίδια χρησιμοποιούνται για την παραγωγική διαδικασία» σημείωσε ο Κ.Αρσένης.

«Η τσιμεντοβιομηχανία συμμετέχει στο σύστημα εμπορίας δικαιωμάτων εκπομπής αερίων θερμοκηπίου, όπως αναθεωρήθηκε μέχρι το 2030 με την ευρωπαϊκή οδηγία 2018/ 410» απάντησε ο υφυπουργός Περιβάλλοντος Ν.Ταγαράς. «Στο πλαίσιο μείωσης των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου, που έχει θεσπίσει η ΕΕ και σε ό,τι αφορά τον κλάδο της τσιμεντοβιομηχανίας, η χρήση βιομάζας και εναλλακτικών καυσίμων για έναν κλάδο ενεργοβόρο, αποτελεί βασικό εργαλείο για τον περιορισμό τους. Η συγκεκριμένη μονάδα έλαβε το 2014 άδεια, πέραν των συμβατικών καυσίμων όπως ο άνθρακας και το πετ-κοκ, για ελεγχόμενη καύση βιομάζας και εναλλακτικών καυσίμων, όπως το RDF»είπε ο Ν.Ταγαράς.

«Το ζήτημα είναι τεράστιο για μια πόλη που βιώνει τεράστια υποβάθμιση στην ποιότητα της ζωής της και πιθανολογεί ότι αυτή η επιδείνωση προέρχεται από την καύση απορριμμάτων» σημείωσε ο Κ.Αρσένης. «Θα θέλαμε να δούμε οι τσιμεντοβιομηχανίες να γίνουν πραγματικά φιλικές προς το κλίμα και την δημόσια υγεία. Η ΔΕΠΑ έχει εγκαταστήσει δίκτυο φυσικού αερίου, μέσα στο εργοστάσιο, δωρεάν. Για ποιο λόγο, το εργοστάσιο δεν χρησιμοποιεί το φυσικό αέριο, αλλά συνεχίζει να χρησιμοποιεί πετ κοκ και κάρβουνο; Και την ίδια στιγμή καίει τα απορρίμματα και παίρνει επιδότηση; Βλέπουμε επιχειρήσεις να παίρνουν χρήματα, να μην μειώνουν τις εκπομπές τους και να επιβαρύνουν την υγεία των πολιτών αυξανοντας τους τοπικούς και κλιματικούς ρύπους. Πρόκειται για φαινόμενα που αποθαρρύνουν τους πολίτες από τον αγώνα εναντίον της κλιματικής κρίσης».