σε

Θέμα: Παράνομη λειτουργία λατομείου στο Βαχό της Βιάννου Νομού Ηρακλείου

7 Οκτωβρίου 2009

ΓΡΑΠΤΗ ΕΡΩΤΗΣΗ υποβολή: Kriton Arsenis (S-D) προς την Επιτροπή

Παράνομη λειτουργία λατομείου στο Βαχό της Βιάννου Νομού Ηρακλείου

Στο Νομό Ηρακλείου Κρήτης εντός των ορίων της προστατευόμενης περιοχής Ομαλού Βιάννου, η οποία είναι ενταγμένη στο Δίκτυο NATURA 2000, λειτουργεί από το 2007 λατομείο, έχοντας προκαλέσει πολλαπλά προβλήματα και έντονες διαμαρτυρίες κατοίκων, φορέων της περιοχής και της Οικολογικής Παρέμβασης Ηρακλείου. Μάλιστα το φθινόπωρο του 2008, σύμφωνα με καταγγελίες κατοίκων, η εταιρεία εκμετάλλευσης του λατομείου ξεκίνησε νέα επέκταση κόβοντας αιωνόβια πεύκα, ενώ στις 22 Οκτωβρίου μια ξαφνική πυρκαγιά αποτέφρωσε δασική έκταση στην περιοχή. Σημειώνεται ότι ο Συνήγορος του Πολίτη έχει εγγράφως ενημερώσει τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Ηρακλείου για τις επιπτώσεις της λειτουργίας του λατομείου στο φυσικό τοπίο και στη ζωή των κατοίκων.

Σε επιστολή της νομικής ομάδας του WWF Ελλάς, αναλύονται οι επιπτώσεις για την υγεία των κατοίκων από τα υψηλά επίπεδα σκόνης και το θόρυβο, τα όρια του οποίου δεν πρέπει να ξεπερνούν τα 50db. Επιπλέον, αμφισβητείται η νομιμότητα του καθορισμού λατομικής ζώνης στην περιοχή και χαρακτηρίζεται η μελέτη περιβαλλοντικών επιπτώσεων του λατομείου πλημμελής, διότι ουδέποτε υπήρξε προληπτική εκτίμηση των επιπτώσεων του λατομείου επί μίας προστατευόμενης περιοχής. Σημειώνεται ότι, κατά το ισχύον δίκαιο, ο καθορισμός λατομικών περιοχών σε απόσταση μικρότερη των πεντακοσίων (500) μέτρων από προστατευόμενες ζώνες απαγορεύεται. Με δεδομένο ότι έχουν έλθει σε γνώση της Επιτροπής και άλλες περιπτώσεις λατομείων που λειτουργούν εντός προστατευόμενων περιοχών στην Ελλάδα, ερωτάται η Επιτροπή:

  1. Είναι ενήμερη σχετικά με τη συγκεκριμένη υπόθεση;
  2. Έχει στο παρελθόν κάνει συστάσεις στην ελληνική κυβέρνηση για την τήρηση του θεσμικού πλαισίου σχετικά με τη λειτουργία των λατομείων;
  3. Πως κρίνει τη λειτουργία λατομείου ως δραστηριότητας υψηλής όχλησης μέσα σε προστατευόμενη περιοχή του Δικτύου NATURA; Θεωρεί ότι είναι σύμφωνη με το κοινοτικό δίκαιο;
  4. Με δεδομένο ότι η Ελλάδα δεν είχε ενσωματώσει στο εθνικό δίκαιο την οδηγία 2006/21/EK(1) για τη διαχείριση των αποβλήτων που προέρχονται από εξορυκτικές βιομηχανίες μέχρι την προθεσμία της 1ης Μαΐου 2008, ποιες είναι οι μέχρι τώρα ενέργειες της ελληνικής κυβέρνησης σε ανταπόκριση στην αιτιολογημένη γνώμη που έχει εκδώσει η Επιτροπή

 

E-4788/09 Απάντηση του κ. Δήμα εξ ονόματος της Επιτροπής

  1. Η Επιτροπή δεν γνωρίζει τα συγκεκριμένα γεγονότα που αναφέρει το Αξιότιμο Μέλος του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.
  2. Η ορθή εφαρμογή της σχετικής νομοθεσίας της ΕΕ που ισχύει για τα λατομεία εμπίπτει στην αρμοδιότητα των κρατών μελών. Η Επιτροπή παρεμβαίνει εάν υπάρχουν στοιχεία για δυνητική παραβίαση της εν λόγω νομοθεσίας.
  3. Η ένταξη ενός τόπου στο δίκτυο Natura 2000 δεν συνεπάγεται αυτόματα και αποκλεισμό των οικονομικών δραστηριοτήτων από τον εν λόγω τόπο. Η συμβατότητα των διαφόρων δραστηριοτήτων, συμπεριλαμβανομένων των λατομείων, πρέπει να αξιολογηθεί υπό το πρίσμα των αξιών και των στόχων διατήρησης του τόπου, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 6 της οδηγίας 92/43/ΕΟΚ(1) για τα ενδιαιτήματα (οικοτόπους). Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 6 παράγραφος 3 της οδηγίας, κάθε σχέδιο ή έργο, το οποίο είναι δυνατόν να επηρεάζει σημαντικά τον εν λόγω τόπο, καθεαυτό ή από κοινού με άλλα σχέδια ή έργα, πρέπει να αποτελέσει αντικείμενο κατάλληλης αξιολόγησης και μπορεί να εγκριθεί μόνον εφόσον δεν παραβλάπτει την ακεραιότητα του τόπου. Οι αρμόδιες ελληνικές αρχές είναι υπεύθυνες να διασφαλίσουν ότι οι επιπτώσεις της παραπάνω δραστηριότητας στον τόπο του Natura 2000 «Δίκτη: Ομαλός Βιάννου (Σύμη – Ομαλός)» GR4310006 έχουν αξιολογηθεί κατάλληλα και ότι κάθε συναφής άδεια πληροί πλήρως τις προαναφερθείσες διατάξεις.

Η οδηγία 85/337/ΕΟΚ(2) για την εκτίμηση των επιπτώσεων στο περιβάλλον καθορίζει κυρίως διαδικαστικές υποχρεώσεις, χωρίς να θεσπίζει συγκεκριμένα υποχρεωτικά περιβαλλοντικά πρότυπα. Συνεπώς, βάσει της εν λόγω οδηγίας, η Επιτροπή έχει περιορισμένα περιθώρια παρέμβασης και προσβολής της απόφασης υλοποίησης κάποιου έργου, της ουσίας της περιβαλλοντικής μελέτης ή των επιβληθέντων όρων. Η τήρηση των όρων και των προϋποθέσεων που προκύπτουν από την εκτίμηση των περιβαλλοντικών επιπτώσεων εμπίπτει στην ευθύνη των αρμόδιων εθνικών αρχών. Η Επιτροπή μπορεί να παρέμβει σε περίπτωση που οι εν λόγω όροι και προϋποθέσεις σχετίζονται με άλλες πράξεις της κοινοτικής νομοθεσίας, όπως για παράδειγμα την προστασία της φύσης ή των υδάτων, και εφόσον η μη τήρησή τους έχει ως αποτέλεσμα σαφή παράβαση της εν λόγω νομοθεσίας.

  1. Η υπόψη εγκατάσταση φαίνεται ότι εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της οδηγίας 2006/21/EK, σχετικά με τη διαχείριση των αποβλήτων της εξορυκτικής βιομηχανίας εφόσον τα απόβλητα της εξόρυξης συσσωρεύονται, εναποτίθενται ή υφίστανται κατεργασία μέσα στα όρια του λατομείου. Σύμφωνα με την εν λόγω οδηγία, η υποχρέωση κατοχής άδειας συνδέεται με τον τύπο των παραγόμενων και αποθηκευόμενων ή υφιστάμενων κατεργασία αποβλήτων στο λατομείο. Εάν τα απόβλητα δεν θεωρούνται «αδρανή» σύμφωνα με τα κριτήρια που περιγράφονται λεπτομερώς στην οδηγία, απαιτείται άδεια. Η άδεια αυτή πρέπει να επανεξεταστεί από τις αρμόδιες αρχές μέχρι την 1η Μαΐου 2012 το αργότερο, προκειμένου να συμπεριληφθούν στην άδεια όλες οι απαιτήσεις της οδηγίας. Αυτές αφορούν κυρίως μέτρα περιορισμού και διαχείρισης των αποβλήτων, συμμετοχή του κοινού, χρήση των βέλτιστων διαθέσιμων τεχνικών, ειδικές προφυλάξεις για την προστασία του περιβάλλοντος και της ανθρώπινης υγείας, και, εάν απαιτείται, μέτρα πρόληψης μεγάλου ατυχήματος και τη θέσπιση, μέχρι την 1η Μαΐου 2014, χρηματικής εγγύησης. Εάν τα απόβλητα θεωρούνται αδρανή, οι απαιτήσεις περιορίζονται στη γενική υποχρέωση προστασίας του περιβάλλοντος και της δημόσιας υγείας, την κατάρτιση σχεδίου διαχείρισης αποβλήτων και την απαίτηση κατασκευής και διαχείρισης της εγκατάστασης των αποβλήτων.

Η οδηγία έπρεπε να έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο πριν από την 1η Μαΐου 2008. Επειδή η Ελλάδα δεν έχει μέχρι σήμερα λάβει τα αναγκαία μέτρα για την εν λόγω ενσωμάτωση στο εθνικό δίκαιο, η Επιτροπή αποφάσισε να παραπέμψει την υπόθεση στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων.

(1) ΕΕ L 206 της 22.7.1992.

(2) ΕΕ L 175 της 5.7.1985.