σε ,

Οι ΗΠΑ «πυροβολούν» τη συμφωνία για την Κλιματική Αλλαγή

Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Free Sunday την 1η Αυγούστου 2010

Τα νέα από την Αμερική είναι πολύ άσχημα. Η Δημοκρατική πλειοψηφία στη Γερουσία απέσυρε την πρόταση νόμου για τη μείωση των εκπομπών των αερίων που προκαλούν την Κλιματική Αλλαγή. Οι ΗΠΑ έτσι εγκαταλείπουν την προσπάθεια δέσμευσης για μείωση των εκπομπών τους, άρα και για τη συμμετοχή τους σε μια διεθνή συμφωνία για την αντιμετώπιση της Κλιματικής Αλλαγής. Χωρίς τις ΗΠΑ, όμως, συμφωνία δε γίνεται. Και χωρίς συμφωνία απειλείται να καταστραφεί ο ανθρώπινος πολιτισμός μέσα στο προσδόκιμο ζωής των παιδιών που γεννήθηκαν την τελευταία δεκαετία.

Το 1998 στο Κιότο της Ιαπωνίας επιτυγχάνεται η πρώτη συμφωνία για περιορισμό των εκπομπών που προκαλούν την Κλιματική Αλλαγή. Η Γερουσία των ΗΠΑ δεν την επικυρώνει όμως, ενώ ακολουθεί η περίοδος Μπους με προστατευτισμό έναντι των ρυπογόνων αμερικανικών βιομηχανιών.

Με την εκλογή Ομπάμα, υπέρμαχοι της αντιμετώπισης της Κλιματικής Αλλαγής τοποθετούνται σε θέσεις κλειδιά και ο ίδιος μιλάει επανειλημμένα για την ανάγκη αναστροφής του φαινομένου.

Πέρυσι όμως τον Δεκέμβριο στην Κοπεγχάγη, η διαπραγμάτευση για την κλιματική συμφωνία που θα διαδεχόταν αυτή του Κιότο, οδηγήθηκε σε αδιέξοδο. Η αποτυχία της Κοπεγχάγης όχι μόνο αναβάλει επ’ αόριστο την υπογραφή της απαραίτητης παγκόσμιας συμφωνίας για την Κλιματική Αλλαγή, αλλά δυναμώνει και τις φωνές στην ΕΕ που εναντιώνονται στη μείωση των ευρωπαϊκών εκπομπών κατά 30%. Την ευθύνη της αποτυχία είχαν κυρίως οι ΗΠΑ και η Κίνα.

Οι ΗΠΑ είχαν μεν περάσει από τη Βουλή των Αντιπροσώπων νομοθεσία που προέβλεπε μείωση εκπομπών κατά 17% έως το 2020 σε σχέση με το 2005, ο Ομπάμα όμως φοβόταν να πιέσει τη Γερουσία να την ψηφίσει καθώς έδινε τη μάχη για τη μεταρρύθμιση στην υγεία. Έτσι πήγε στην Κοπεγχάγη χωρίς να θέλει να δεσμευτεί.

Στη συνέχεια, ο Ομπάμα δεν άδραξε την ευκαιρία που του έδωσε η μεγάλη καταστροφή στον κόλπο του Μεξικού για να πιέσει τη Γερουσία να υπερψηφίσει το νόμο για την Κλιματική Αλλαγή. Αντίθετα, υπό την πίεση των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ, οι Δημοκρατικοί απέσυραν τις βασικές διατάξεις του. Επιπλέον συζητιέται στη Γερουσία μια πρόταση νόμου του Δημοκρατικού γερουσιαστή Μπίγκαμαν που προβλέπει περιορισμό εκπομπών στην ενέργεια αλλά σε κανέναν άλλο κλάδο αν δεν έχουν λάβει ανάλογη δράση Κίνα, Μεξικό, Βραζιλία, Βενεζουέλα και Ινδία. Ζητά επίσης να μην μπορεί η Αρχή Προστασίας Περιβάλλοντος να πάρει πρωτοβουλίες για μείωση εκπομπών.

Ο άλλος υπαίτιος της αποτυχίας στην Κοπεγχάγη δρα εντελώς διαφορετικά. Η Κίνα, ο μεγαλύτερος ρυπαντής πλέον, δε θέλει να δεσμευτεί για μείωση εκπομπών. Όμως, ενώ στις ΗΠΑ αποσυρόταν η νομοθετική πρόταση δημιουργίας συστήματος εμπορίας ρύπων η Κίνα ανακοίνωνε την πιλοτική εφαρμογή του δικού της. Η Κίνα είναι η τρίτη χωρά στον κόσμο σε εγκατεστημένη ισχύ αιολικών, με την ισχύ αυτή να διπλασιάζεται ετησίως τα τελευταία 4 χρόνια και έχει φτάσει τα 22 εκατομμύρια ΚW. Το 2009 η Κίνα επένδυσε 34,6 δισ δολάρια σε καθαρή ενέργεια όταν οι ΗΠΑ μόλις τα μισά. Τέλος έχει ανακοινώσει ότι στοχεύει να αυξήσει τη δασοκάλυψη της κατά 3 φορές την έκταση της Ελλάδας έως το 2020.

Με την Κίνα να παίρνει μέτρα, αλλά να μη θέλει να δεσμευτεί για μειώσεις, τις ΗΠΑ να μη θέλουν κανένα από τα δύο και την ΕΕ να θέλει να μετριάσει την απόφασή της να προχωρήσει δυναμικά και στα δύο, οι παγκόσμιες διαπραγματεύσεις για την αντιμετώπιση της Κλιματική Αλλαγής φαίνονται αδιέξοδες. Στις φετινές διαπραγματεύσεις στο Μεξικό δεν αναμένεται να συζητηθούν συγκεκριμένοι στόχοι μείωσης εκπομπών.

Αν όμως δεν αρχίσουμε να μειώνουμε τις παγκόσμιες εκπομπές μέσα στα επόμενα λίγα χρόνια, η παγκόσμια θέρμανση θα οδηγήσει στην έναρξη της κατάρρευσης των φυσικών οικοσυστημάτων που είναι οι μεγάλες δεξαμενές άνθρακα. Η εξέλιξη του φαινομένου θα είναι καταστροφική, αλλά και ανεξάρτητη πλέον από την ανθρώπινη παρέμβαση.

Εφόσον η Κίνα διατηρήσει τις επενδύσεις στις πράσινες τεχνολογίες και στην αύξηση δασοκάλυψης, πιθανώς η απώλεια ανταγωνιστικότητας των ΗΠΑ και της ΕΕ να τις αναγκάσει να πάρουν τα απαραίτητα μέτρα. Η αλήθεια είναι όμως, ότι αφήνουμε τη διατήρηση και της ζωής στη Γη και του ανθρώπινου πολιτισμού να κριθεί από τυχαίες συγκυρίες.