σε ,

Προστατεύοντας τα θεμέλια της πράσινης οικονομίας

Όπως στην Ελλάδα, έτσι και στα υπόλοιπα μέρη της Γης δανειστήκαμε τόσο χρήματα όσο και περιβαλλοντικούς πόρους από τις επόμενες γενιές. Αυτό μας έχει ήδη οδηγήσει στην οικονομική κρίση και μας απειλεί με μία μη αναστρέψιμη περιβαλλοντική κρίση που μόλις έχουμε αρχίσει να βιώνουμε.

Βασικό συστατικό των επιλογών που μας οδήγησαν σε αυτή την κατάσταση ήταν η θεώρηση ότι όσο η ανθρώπινη εργασία και ευφυΐα παράγει αυξανόμενα προϊόντα και υπηρεσίες όλα τα υπόλοιπα προβλήματα θα λύνονται σταδιακά και η ζωή μας θα βελτιώνεται. Η δυνατότητα της φύσης να παρέχει πόρους και υπηρεσίες θεωρήθηκε ανεξάντλητη. Εστιάσαμε την προσοχή μας στο τι εμείς μπορούμε να παράγουμε και όχι στο πως θα αποφύγουμε τα “κρυφά” μα προφανή κόστη. Ξεχάσαμε ότι για να παράγουμε ξυλεία πρέπει να έχουμε δάση, για να πουλάμε ψάρια θα πρέπει να υπάρχουν στις θάλασσες, τις λίμνες και τα ποτάμια μας και ούτω κάθε εξής.

Πυξίδα μας προς την καταστροφή είναι και το ΑΕΠ, ένας αποσπασματικός δείκτης οικονομικής προόδου που χρησιμοποιήθηκε καταχρηστικά για να καταγράψει την ανθρώπινη πρόοδο των χωρών της Γης. Η πρωτοβουλία της ΕΕ για τη δημιουργία εθνικών περιβαλλοντικών λογαριασμών και δεικτών που ενσωματώνουν την κοινωνική και περιβαλλοντική διάσταση των οικονομιών προκειμένου να συμπληρώσουν ή να υποκαταστήσουν το ΑΕΠ είναι βήμα προς τη σωστή κατεύθυνση. Είναι αναγκαίο να διαρθρώσουμε τους εθνικούς και εταιρικούς λογαριασμούς προκειμένου η καταστροφή του φυσικού κόσμου και του κοινωνικού ιστού να μην καταγράφεται ως “κέρδος”. Δεν αρκεί όμως μόνο αυτό.

Οι πανεπιστημιακές σχολές σε ζητήματα των επιστημών της ζωής -περιβάλλον, βιολογία, δασολογία, γεωπονική- οφείλουν να προστατευτούν αλλά και να αλλάξουν. Η διασφάλιση ότι το αυριανό επιστημονικό προσωπικό της χώρας θα έχει την απαραίτητη γνώση κατ’ αρχήν να αντιληφθεί και εν συνεχεία να διαχειριστεί την πολύπλευρη περιβαλλοντική κρίση είναι θεμελιώδους σημασίας. Οι νέοι επιστήμονες, σε αντίθεση με τις προηγούμενες γενιές θα πρέπει να διδάσκονται πως να συνεργαστούν με τη φύση αντί για το πως θα την τιθασεύσουν. Η αλλαγή της ύλης θα πρέπει να περιλαμβάνει επίσης και τις παιδαγωγικές σχολές, όπου εκπαιδεύονται οι πρώτοι εκπαιδευτές των παιδιών μας.

Επίσης, είναι απόλυτη ανάγκη να διασφαλιστεί το γενετικό υλικό της χώρας σε επίπεδο γεωργικών πόρων αλλά και άγριας ζωής. Η Ελλάδα έχει το μεγαλύτερο αριθμό φυτικών ειδών στην Ευρώπη αναλογικά με την έκτασή της, τα οποία προσφέρουν μεγάλες δυνατότητες ανάπτυξης οικονομικών δραστηριοτήτων. Στην Τράπεζα Γενετικού Υλικού της Θεσσαλονίκης φυλάσσονται 15.000 αγροτικά είδη και συναφή άγρια. Τα περισσότερα είναι απολύτως προσαρμοσμένα σε τοπικές συνθήκες και πολλά εντελώς ξερικά! Κι όμως, ακόμη και στην ελληνική γεωργία επικρατούν λίγες πολυεθνικές, που παράγουν σπόρους με συχνά αδιευκρίνιστες επιπτώσεις στη δημόσια υγεία, τεράστιες απαιτήσεις σε νερό, φυτοπροστασία και λιπάσματα -και αντίστοιχα μεγάλα έξοδα για τους αγρότες. Η εξάρτιση των αγροτών από ολιγοπώλια για την προμήθεια σπόρων και άλλων εφοδίων οδηγεί συχνά σε ραγδαία αύξηση της τιμής των σιτηρών, επιβαρύνοντας τα νοικοκυριά περισσότερο από οποιονδήποτε φόρο, ενώ οδηγεί σε βίαιες συγκρούσεις σε όλον τον κόσμο.

To άρθρο δημοσιεύτηκε στην ειδική έκδοση του ΕΘΝΟΥΣ, ΕΠΙΧΕΙΡΕΙΝ Green Business στις 20.11.2010